Πόλυ Χατζημανωλάκη: Με το βλέμμα του Γιάννη Ρίτσου (παλίμψηστο – σκυταλοδρομία μνήμης)

Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα στο προαύλιο της Παντάνασσας: αποτυπώνοντας την Πολιτεία της Ιστορίας/Εξορίας μας στις πέτρες της Καστροπολιτείας του Μυστρά

Η Θεοδώρα εμφανιζόταν τα πρωινά στο προαύλιο της Παντάνασσας

Από όλες τις εκκλησιές της Καστροπολιτείας του Μυστρά, προτιμούσε την πιο νοικοκυρεμένη και όχι την πιο αρχοντική, την πιο πρωτευουσιάνικη, αυτή που είχαν χτίσει για τα πριγκιπόπουλα, για τον ανθό της αυτοκρατορίας – λέμε τώρα – που έπρεπε να εκκλησιάζεται σε μια εκκλησία που να θυμίζει αυτές της Βασιλεύουσας.
Σάμπως η Καστροπολιτεία δεν φτιάχτηκε για να θυμίζει τη Βασιλεύουσα; Υποκατάστατο, αντίγραφο, αντ’ αυτής, σα να επρόκειτο η Κωνσταντινούπολη να αναληφθεί στους ουρανούς, ως Ουράνια Πολιτεία που ήταν, και να μείνει το χνάρι της στο βουνό του Μυζηθρά.

Ανάκτορα εκεί, ανάκτορα εδώ.
Αγια Σοφιά εκεί, Αγια Σοφιά εδώ.

Αυτά τα διπλά ονόματα, αυτή η αναδίπλωση της Ιστορίας στο χώρο και στο χρόνο, έκλειναν μέσα τους δυσοίωνα, από τη γέννησή τους, μια ερημιά που μαζί της δεν ήθελε να τα βάλει παρά μόνο ο ήλιος:

«Ήλιος κονταρομάχος της ερημιάς»

«Έτσι σε λίγες ώρες γέρασε» η Θεοδώρα αλλά έβγαινε πάντα « στο προαύλιο της Παντάνασσας για να σαπουνίσει το πουκάμισό της» μιλώντας στην καλόγρια που σφουγγάριζε την εκκλησία.

Όποιος πλησίαζε προσέχοντας να μη σκοντάψει στο μάρμαρο και στα «σκονισμένα σκοίνα» προσπαθώντας να συλλάβει την τυχαία και ασήμαντη λέξη από τη συζήτηση που θα έδινε σημασία απροσδόκητη στην κουβέντα τους, του φαινόταν πως άκουγε κάτι για τα χρυσά αυγά του κεραυνού, κάτι ότι θα φυσήξει τρεις και τσάμικο ή ότι θα δώσει μια και θα τραβήξει της αρκούδας το χαλκά να μας χορέψει τσάμικο. Αυτό το αρκούδας ίσως και να το φαντάστηκε , είχε διαβάσει βλέπετε την Ιστορία του Προκόπιου και γνώριζε για τον Ακάκιο… Και μετά η καλόγρια ήταν που έλεγε ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε το μόνο που έμαθαν είναι να λένε ευχαριστώ…

Μα πάλι δεν είχε σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά της, καθώς η αυτοκράτειρα μιλούσε για τα
“αρχαία κλέη και τις δυσκολίες του νοικοκυριού, για την ακρίβεια του ψωμιού και της πατάτας. Πράγματα καθημερινά. Για την ακρίβεια των ασήμαντων πραγμάτων”
Τη στιγμή εκείνη καταλάβαινες ότι διψούσες πάντα στην Παντάνασσα και πρόσεχες το νερό, που η καλόγρια είχε φέρει από την κινστέρνα για τη σκάφη της αυτοκράτειρας – της την γέμιζε κάθε πρωί στο προαύλιο περιμένοντάς την να εμφανιστεί.
Και πιο πολύ πρόσεχες το πράσινο σαπούνι – ίδιο με κείνο που πλένουμε τα χέρια μας, κοιτούσες το πουκάμισο του εξόριστου που έπλενε η αυτοκράτειρα και«το σφουγγαρόπανο της καλόγριας, λωρίδες λωρίδες κομμένο από το ράσο του Παχώμιου, που το βάλαμε πένθος στο μανίκι εμείς που μπαλώσαμε [μ’ αυτό ] τις σκηνές του Αη Στράτη».

Άκουγες πάλι αυτή τη δίψα χρόνια τώρα, άκουγες την καρδιά σου τη διψασμένη να χτυπάει κάτου από την πέτρα.

Διέκρινες τότε πάνω στο βράχο τα φαρδιά χνάρια από τα πέλματα των στρατιωτών που τους είχαν οδηγήσει στο θάνατο με τόσο ήλιο και έσκυβες το κεφάλι.

«Τα χνάρια χαραγμένα στην πέτρα, /σαν το νόμο του Πλήθωνα Γεμιστού, /σαν τον μαρμαρωμένο δικέφαλο στο νάρθηκα /[που ] φθαρμένος από τα πέλματα χρόνων και χρόνων» ανήκαν πια στον σιωπηλό κόσμο των ορυκτών.

«Και οι εβδομήντα μάρτυρες [ανηφορίζουν] στην αγγαρεία της Μακρονήσου»
καθώς ο ποιητής ζωγράφιζε σε κάθε λιθάρι αυτού του τόπου τα μάτια και τα μεγάλα δάκρυα και τα γένια των Αγίων.
Περίβλεπτος, Παντάνασσα, Μητρόπολη, Κοίμηση φωτισμένες από την ίδια δίψα – χρόνια τώρα – του Μακρονησιού και της Πρωτομαγιάς και του μαρτυρίου – του άλλου Μαρτυρίου – που διέκρινες στα πρόσωπα των Αγίων στο τσιμέντο και στα πρόσωπα των νεκρών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής…
« Ο Γιάννης Ρίτσος – ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας», για δεύτερη φορά αποτύπωνε στο χάρτη της Κατροπολιτείας όχι μόνο τη Βασιλεύουσα αλλά μια άλλη, δική του και δική μας, Ουράνια Πολιτεία.

Χαραγμένη στην πέτρα, όπως με ουλές στις λαβωματιές στο πρόσωπο του κόσμου, ώστε μεθαύριο/που θα περνάνε μες στον ήλιο με σημαίες κι εργαλεία/ μπορεί και κάποιος να σταθεί μια σύντομη στιγμή και να ρωτήσει όχι ποιος έγραψε με αδέξια γράμματα αυτή την πινακίδα αλλά:

Αυτή είναι η πολιτεία του Ήλιου;
Αυτή είναι η δική του ουράνια πολιτεία
όπου τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο oυρανό;
..Και η εξόριστη Θεοδώρα να σαπουνίζει στη σκάφη της το πουκάμισό της…

Πόλυ Χατζημανωλάκη

ΥΓ1

Το κείμενο αυτό γράφτηκε μετά την πρόσκληση που απηύθυνε σε πολλούς μπλόγκερς η συγγραφέας – ερευνήτρια και βιογράφος του Γιάννη Ρίτσου – και συν – ιστολόγος (εαρινή συμφωνία) Αγγελική Κώττη. Η ιδέα είναι με συμβολικές αναρτήσεις αφιερωμένες στον ποιητή Γιάννη Ρίτσο να τιμήσουμε την ημερομηνία που ο ίδιος είχε κρατήσει ως ημερομηνία γέννησής του. Την ευχαριστώ και από δω για την τιμή και είμαι βεβαία ότι και άλλοι μπλόγκερς θα ανταποκριθούν στο κάλεσμά της.

ΥΓ2
Οι στίχοι με πλάγιους χαρακτήρες είναι από τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου:

Ρωμιοσύνη, η Αράχνη, η Σονάτα του Σεληνόφωτος
και Η δίψα στο Μυστρά ( στο: http://geokerk.googlepages.com/mystra )

Γιάννης Γούτης
Δημοσιογράφος - Κειμενογράφος

Leave a Comment