Σοφία Κουμαριανού: Η δύναμη της ποίησης που δεν γνωρίζει σύνορα. Δυο σκέψεις για τον Γιάννη Ρίτσο και τον Λουί Αραγκόν: όταν η γραφή γίνεται όπλο, η ζωή παράδειγμα, το έργο ορόσημο…

Γιάννης Ρίτσος, Λουί Αραγκόν
Γιάννης Ρίτσος, Λουί Αραγκόν

Στην αυγή του 20 ου αιώνα, η ελεύθερη έκφραση των ιδεών δεν ήταν κατωχυρωμένο και
αυτονόητο δικαίωμα του ανθρώπου. Με μια σύντομη ματιά, την ιστορία της Ευρώπης την στοιχειώνει ο ναζισμός. Η Γαλλία αιμοραγεί, η Ελλάδα επίσης. Αίμα, πόλεμος, καχυποψία και μια Ανθρωπότητα μαχαιρωμένη, καχύποπτη, που επιβιώνει μετα βίας σε χαρακώματα
πίσω από όπλα και πεδία μάχης, σε στρατόπεδα κρατουμένων. Κάπου εκεί, η ποίηση του
Ρίτσου και του Αραγκόν γίνεται ο καθρέπτης της πραγματικότητας.

Μέσα σε αυτή την άρρηκτα συνδεδεμένη ποίηση με την πραγματικότητα, ο Ρίτσος και ο
Αραγκόν γράφουν ασταμάτητα, σηκώνοντας στους ώμους και κατ’επέκταση στην πένα τους
το βαρύ επιτακτικό φορτίο της ανθρωπότητας, την αβάστασχτη ενοχή του στρατιώτη που
σκοτώνει τον συντροφικό του αντίπαλο, την τραγικά καταδικασμένη αενάως συνείδηση του
αδερφού εξ΄αίματος, που εκτελεί τον αριστερό εξορισμένο αδερφό όταν αυτός δεν
υπογράφει στην εξορία την άρνηση των αριστερών ιδεωδών.

Κι εκεί, ανάμεσα σε αυτούς τους στίχους, τους ματωμένους τους βασανισμένους τους
τυραννικά αληθινούς, που προδίδουν την άγρια φύση του ανθρώπου και τη δίψα για
επιβολή και κυριαρχία, μέσα σε ένα κλίμα πάντα απόλυτα πιστό στα υψηλά ιδανικά και στη
δύναμη του ανθρώπου, ο Αραγκόν χαιρετά το έργο του ποιητή της Ρωμιοσύνης. Το
αναγνωρίζει σαν Αποκάλυψη, σαν Αποκάλυψη καθολική μιας ολόκληρης χώρας, μιας ιδέας,
μιας ιστορίας: της ελληνικής. Τον εισάγει στον κόσμο της γαλλικής διανόησης και κάπως
έτσι πάνω στα γερά και ακλόνητα αμοιβαία αριστερά πιστεύω, ο κόσμος της λογοτεχνίας
παρατηρεί την κοινή πορεία των δύο μεγάλων. Κάπως έτσι έχουμε το σχήμα Αραγκόν και
Ρίτσος, Ρίτσος και Αραγκόν. Σχήμα που από την Αθήνα στο Παρίσι, από την Μονμάρτη στη
Μακρόνησο, από την παρανομία στην αιωνιότητα, μας προσφέρει απλόχερα το προνόμιο
να διαβάζουμε μεγάλους στίχους, γραμμένους από ποιητές πιστούς σε έργα και λόγια, που
δεν υιοθέτησαν ούτε για μία στιγμή το κενό «η τέχνη για την τέχνη», μα όρισαν όχι
ακροθιγώς μα βαθειά και πιστά, το «η τέχνη για τον άνθρωπο».

Ποιητές μιας ποίησης βαθειάς στοχαστικής, σε αντίδραση των πολλών, η ποίησή τους εκτός
από στρατευμένη είναι ταυτόχρονα βαθειά λυρική, προσεκτικά και επιλεκτικά ελεγειακή.
Εδώ, τροφή της τέχνης γίνεται η εξορία, η αρρώστια και η προσωπική πίστη και επιθυμία να
τραγουθεί, να υμνηθεί ποιητικά ο μόχθος του προλετάριου από μέρους του Ρίτσου, η
κατακραυγή της καταδίκης του πολέμου και ο ύμνος στο γαλλικό τρίπτυχο «ελευθερία,
ισότητα, αδερφότητα», στο όνομα του οποίου ο λαός μάχεται επί σειρά ετών πάνω στη
γαλλική γη, που από το 1789 επιχειρεί να εξαφανίσει τη μισαλλοδοξία και τον
απολυταρχισμό, από την πλευρά του Αραγκόν.

Παράλληλα λοιπόν, χαράζουν ποιητικούς δρόμους. Δημιουργούν ποιήματα-φάρους
ανθρωπιάς, ποιήματα σημαίες επαναστατικές που αφυπνίζουν, παρακινούν, υπενθυμίζουν
και καταδικάζουν. Στα μάτια της συντριπτικής πλειοψηφίας, τα έργα του Ρίτσου είναι
ανούσια. Οι κριτικοί του σπαταλούν μελάνι γράφοντας κείμενα αφοριστικά μιας και η
ματιά τους αδυνατεί να είναι αντικειμενική και παραμένει εμμονικά προσκολλημένη στο
γεγονός της κομμουνιστικής του στράτευσης. Ο Ρίτσος όμως δεν σταματά. Απαντά με
στίχους ακόμα πιο δυνατούς, πιο μαχητικούς, που υψώνουν τη μορφή του πάνω από όρια
και περιορισμούς, πάνω από τις ιδεολογίες και τα κόμματα, υποστηρίζοντας με σθένος πως
η κριτική δεν είναι τίποτα παραπάνω από την ενσάρκωση της απολυταρχίας, της
λογοκρισίας, της καθολικής έλλειψης διαλλακτικότητας, της έλλειψης σεβασμού της
διαφορετικότητας, τέλος, του ειρωνικού και υποκριτικού κράτους.

Σε πλήρη πνευματική αρμονία και συνάρτηση, ο Αραγκόν, γράφει σαν ανταποκριτής στην
«HUMANITE» και στο γαλλικό περιοδικό «COMMUNE». Έτσι, επιχειρεί να λάβει μέρος και
στην Επανάσταση της διανόησης του καιρού του, με σκοπό πάντα να υπηρετήσει μέχρι
εσχάτων την ειρήνη κατά τη διάρκεια των πιο σκοτεινών ημερών της Κατοχής, όπου οι
ομαδικές εκτελέσεις και η λίστα του Όττο συνθέτουν τη ζοφερή πραγματικότητα της
εποχής.

Η πένα συνεπώς γίνεται όπλο. Οι στίχοι κραυγές. Η γραφή τους περνάει αβασάνιστα από
τον σουρεαλισμό. Απορρίπτουν τους αυστηρούς κανόνες της παλιομοδίτικης κλασσικής
ποίησης. Η ζωή όσο σκληρή κι αν είναι ή γίνεται, μεταμορφώνεται στη Μούσα που οδηγεί
την πένα και κυοφορεί την έμπνευση της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο στίχος αμοιβαία
απελευθερώνεται και πολλές φορές είναι αποτέλεσμα αυτόματης γραφής,
καθοδηγούμενης αποκλειστικά από τις πιο μύχιες σκέψεις που γεμίζουν τα κλειστά
συρτάρια της ψυχής.

Εδώ, στα γαλλικά ο ένας και στα ελληνικά ο άλλος, αμφότεροι, δίνουν μορφή σε στίχους
που υμνούν την αγάπη στην πιο σκληρή και πρωτόγονη μορφή της, μιας και οι δύο έχουν
αντιληφθεί από τα πρώτα κιόλας χρόνια τη ζωής τους πως η αγάπη και μετέπειτα η
σεξουαλική ορμή χορεύουν χέρι με χέρι με την ανθρώπινη ύπαρξη. Γιατί; Γιατί και οι δύο με
τον έναν ή τον άλλον τρόπο στερήθηκαν την αγάπη.

Αναφερόμαστε φυσικά στην αγάπη που στερήθηκαν είτε γιατί ο ένας ήταν στρατιώτης είτε
γιατί ο άλλος βίωνε την απουσία της λόγω συνθηκών. Ποιός μελετά Ρίτσο και δεν γνωρίζει
τα δελτάρια εξορίας; Ποιός αναγνώστης μελετά Αραγκόν και δεν γίνεται αυτομάτως
μάρτυρας της απόλυτης και ανιδειοτελούς αγάπης του για την Έλσα;

Για τους αναγνώστες τους είναι προφανές από την αρχή. Και για τους δύο ποιητές η άνεση
και η ζεστασιά του σπιτιού, την ίδια στιγμή που ο λαός μάχεται, δεν λέει τίποτα. Ο Ρίτσος
δεν μίλησε για την εξορία και για τα πάθη των κρατουμένων από όσα είχε ακούσει. Έγραψε
για αυτά που είδε και έπαθε. Ο Αραγκόν από την άλλη δεν μίλησε για τον παραλογισμό του
πολέμου σαν θεατής. Ο Αραγκόν υπηρέτησε σαν στρατιώτης.

Και οι δύο αυτοί ποιητές, και οι δύο αυτοί μεγάλοι άντρες του εικοστού αιώνα, γεννήθηκαν,
έζησαν και πέθαναν αφήνοντας πίσω τους ένα εμβληματικό έργο, που καλεί τον άθρωπο να
συλλογιστεί την δύναμη, την αδυναμία του και τα όσα είναι ικανός να κάνει. Τελικά τι
πρέπει να κρατήσει ο σύγχρονος άνθρωπος από το έργο τους; Ο σύγχρονος άνθρωπος
πρέπει να βαδίζει περήφανα προς την κοινή μοίρα, την αναπόφευκτη θνητή του
υπόσταση,τον θάνατο, αφήνωντας πίσω μία ζωή γεμάτη πράξεις. Μία ζωή που
συμπορεύτηκε με μια καρδιά αληθινή, περήφανα ανθρώπινη και δημοκρατική –
δημοκρατική με την αληθινή και πρώτη έννοια της λέξης – μουρμουρίζοντας:

«Λοιπόν σ’το λέω ο κόσμος είναι πιό πλούσιος απ’τους εκμεταλλευτές του πιό πλούσιος
απ’τούς απελπισμένους του {..} η ζωή δεν είναι απάτη λοιπόν δέν είναι μόνο ο θάνατος .
Δώσε και πάρε τη λέξη, την πράξη. ωχ είπε θά πάρουμε τό μερτικό μας καί το δίκιο μας μέ
λόγο και πράξη. Υπάρχει τό υπάρχω, υπάρχει συνέχεια», «Levez les yeux beaux fils de
France»…*
*Ποίημα 5, «Γραγκάντα», αποσπάσματα, «’Ελληνες Ποιητές», Γιάννης Ρίτσος, Εργογραφία,
Ανθολογία, Απαγγελία, Τόμος Β΄, Παρούσα έκδοση Καθημερινές Εκδόσεις Α.Ε., 2014 &
Στίχος από το ποίημα «Elsa-Valse», Louis Aragon «Les yeux d’Elsa», Editions Seghers, Paris,
1942.

Γιάννης Γούτης
Δημοσιογράφος - Κειμενογράφος